Τρίτη, 12 Μαΐου 2020 21:40

Αναμνήσεις Νικολάου Καράμπελα Ενότητα 4η: Πόλεμος: Εμφύλιος

(Φωτογραφία από το διαδίκτυο: Θρήνος) (Φωτογραφία από το διαδίκτυο: Θρήνος)

Γράφει ο Ανδρέας Νικολ Καράμπελας

Όταν ήμουν μαθητής του Γυμνασίου, στα Καλάβρυτα, άρχισε ο Εμφύλιος Πόλεμος, δεξιοί και αριστεροί.

Θυμάμαι που (ε)πολέμαγαν οι Αντάρτες με τον Στρατό. (Ε)φώναζαν οι Αντάρτες: «Παραδοθείτε σε εμάς να μη χυθεί αδελφικό αίμα». Ακούγονταν οι πυροβολισμοί από τους μεν και από τους δε: «Μπαμ-μπουμ». Τόσος φόβος μας έπιασε, που ο Θόδωρος έπαθε ευκοίλια και δεν (ε)μπορούσε να πάει έξω. «Χάμω, χάμω! Μη σηκώνετε κεφάλι! Θεέ μου γλίτωσέ μας! Παναγία μου σώσε μας!» Σκοτώθηκαν πολλοί. Και από τους Αντάρτες και από τον Στρατό.

Ήταν μετά, το έτος 1948 και είχαμε ακόμα εμφύλιο, και στη Βλασία, ένα χωριό που είναι μέσα στα έλατα, έμεναν αντάρτες ονομαζόμενοι «Δημοκρατικός Στρατός». Στο δε χωριό το δικό μου έβαζαν σκοπιά καθημερινώς, ώστε αν φανούν να έρχονται αυτοκίνητα ή τανκς από τα Καλάβρυτα, να τρέξει κάποιος να ειδοποιήσει τους αντάρτες. Την σκοπιά την είχαν στην καστανιά, πιο πάνω από το Δημοτικό Σχολείο του χωριού. Από τη σκοπιά έβλεπες μέχρι το Φλαμπουρέϊκο. Οι δρόμοι χωματόδρομοι με πολλές λακκούβες. Οπότε (ε)προλάβαινε ο σκοπός που ήταν στου Ζαχαρή να πάει στη Βλασία.

Τι τύχη, είχαν βάλει εμένα στην καστανιά να αγναντεύω. Ο Ντίνος ο Τσούσης με τον Γιάννη τον Πασσά φύλαγαν στου Ζαχαρή. Όταν θα τους έλεγα εγώ «Έρχονται!», ο Ντίνος που ήταν μικρός θα πεταγόταν στη Βλασία. Ο άλλος, ο Γιάννης ο Πασσάς ήταν ηλικιωμένος. Εγώ φίλοι μου που λέτε, αφού δεν είδα να έρχονται αυτοκίνητα, άφησα τη σκοπιά μου και πήγα στα αλώνια του Μπουσάκου να παίξω με τα άλλα παιδιά.

Σε κάποια στιγμή που έπαιζα, βλέπω στη σκοπιά μου έναν αντάρτη να κάνει έφοδο. Ο αντάρτης ονομαζόταν καπετάν Παναής. Αφού δεν είδε κανέναν να φυλάει, ροβολάει για το χωριό. «-Καλώς τον συναγωνιστή Παναή.» «-Έχετε εκεί πάνω σκοπό να φυλάει;» «-Μάλιστα συναγωνιστή μου. Έχουμε έναν που έχει του λαφιού το ποδάρι, το μάτι του αετού και την αγρύπνια του λαγού!» «-Να πάτε να μου τον φέρετε εδώ!»

Εγώ όμως, μόλις άρχισε να ροβολάει ο αντάρτης, έτρεξα γύρω από τα παλιάμπελα και πήγα στη σκοπιά μου. Έρχεται ο μπαρμπα-Γιάννης φωνάζοντας: «Νίκο, Νίκο, πού είσαι ρε Νίκο; Σε θέλει ο Παναής, να πας να σε δει. Κακό που μας έκανες! Άφησες τη σκοπιά σου και έφυγες. Θα μας σκοτώσουν οι αντάρτες...» Τότε το αίμα μου έτρεχε πιο γρήγορα... «Ωχ μανούλα μου...» έλεγε ο άλλος... «Τι μας έκανες παλιόπαιδο!» Μόλις με αντίκρισε ο Παναής λέει: «Αυτός είναι που έχει μάτι αετού;» Με μια γκλίτσα κοπάνησε τον μπαρμπα-Γιάννη. «Στο διάολο παλιόπαιδο, σε εσένα στηρίχτηκε το αντάρτικο;...»

Το 1949 ένας λοχαγός της 9ης Μεραρχίας ονομαζόμενος Πρασσάς Κωνσταντίνος, εμένα, τον Λούη του Φιλιππακά και κάτι άλλα παιδιά, μας πήρανε με τα ζώα μας φορτωμένα διάφορα του Λόχου, μας περάσανε από τα χωριά Κέρτεζη, Σαβανούς, Δροβολοβό, Ντεσινό, Καμενιάνους και (ε)μείναμε το βράδυ στου Παππά το σπίτι. Την άλλη ημέρα γυρίσαμε στην Κέρτεζη. Ήταν χριστουγεννιάτικες ημέρες και έκανε πολύ κρύο. Νερόχιονο. Αφού πάγωναν τα χνώτα μου. Ο λοχαγός ο καημένος μας είχε ντύσει καλά. Κασκόλ, παλτό, όλα μάλλινα. Ήταν λοχαγός που ένιωθε την κατάσταση. Έπειτα ήρθαμε πάλι στο χωριό μου. Εκείνα τα χρόνια να μην ξανάρθουν. Όποιος δεν τα έζησε δεν ξέρει τίποτα.

karabelas andreasΟ Αντρέας Νικ. Καράμπελας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Μεγάλωσε στη Γούβα (Άγιος Αρτέμιος). Σπούδασε Φυσικός στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Από το 1990 κατοικεί στο Λαγονήσι. Δούλεψε παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα για 20 χρόνια, έδωσε ΑΣΕΠ και τώρα διδάσκει στο Λύκειο Αναβύσσου. Έχει μία κόρη. Έχει εκδόσει το βιβλίο-λεύκωμα «Το Λαγονήσι που αγαπήσαμε» και το διήγημα «Κυριακής χαρά» που έλαβε 3η θέση σε Πανελλήνιο διαγωνισμό και εξεδόθη στη συλλογή βραβευθέντων.

 

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

 

DSC01640