Τρίτη, 05 Μαΐου 2020 21:32

Αναμνήσεις Νικολάου Καράμπελα. Ενότητα 2η: Πόλεμος Β'. Γερμανοί.

(Φωτογραφία από το διαδίκτυο. Γερμανικό Στούκας επί τω έργω) (Φωτογραφία από το διαδίκτυο. Γερμανικό Στούκας επί τω έργω)

Μετά ήρθαν οι πιο βάρβαροι, οι Γερμανοί... Στρατός που το γέλιο τους δεν το είδα ποτέ...Θυμάμαι πολύ καλά ήμουν με τα πρόβατά μου, εγώ και κάτι άλλα παιδιά στην Τραγάνη, όταν είδαμε από τον Πετρωτό (βουνό) είκοσι αεροπλάνα Στούκας να έρχονται.

Όταν τα είδαμε να έχουν ένα σταυρό στη μέση τους, φωνάζαμε «Χριστιανικά είναι! Αμερικάνικα είναι, Εγγλέζικα είναι...». Έως ότου να καταλάβουμε τι είναι, άρχισαν να πηγαίνουν το ένα πίσω από το άλλο. Σου θύμιζε χορό... Φωνάζαμε εμείς από κάτω «Να τα, να τα, θα μας ρίξουν τροφές, θα μας ρίξουν ρούχα!» αυτά που μας έλειπαν... «Να τα, να τα, τα αεροπλάνα μας τα συμμαχικά!» Πόσο απατηθήκαμε, πόσο γελαστήκαμε...

Το πρώτο που έσερνε το χορό, έριξε μια βόμβα στα άνω αλώνια του χωριού μας. Εκεί αλώνιζαν οι χωριανοί μας. Πάει το λιώμα, πάει το στάρι. Εκεί σκοτώθηκε η πρώτη γυναίκα του χωριού μας. Την έλεγαν Δημήτρω. Της άλλης της έκοψε το πόδι... Τι ειρωνεία... Ο άντρας της δεύτερης είχε σκοτωθεί στο Τεπελένι προ ενός έτους...

Τι τρομάρα, τι λαχτάρα... Εμείς τα παιδιά (ε)τρέξαμε και κάτσαμε κάτω από ένα γεφύρι και (ε)βλέπαμε τα καταραμένα που (ε)βομβάρδιζαν ακόμα. Έπεσαν πολλές βόμβες. Λένε πως έριξαν εξήντα βόμβες. Έχασε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα...

Το ευτύχημα ήταν που ήταν ώρα έξι το απόγευμα και οι χωριανοί μου ήσαν στις δουλειές τους. Άλλοι στα χωράφια, άλλοι με τα πρόβατα, άλλοι για ξύλα... Το χωριό μου το έκαναν άνω-κάτω. Όπου πάταγες, πατούσες βλήματα από βόμβες. Κατατρομαγμένοι οι χωριανοί μου, άλλοι έφευγαν για τα βουνά, άλλοι στις ρεματιές... Θυμάμαι, η οικογένειά μου και άλλες δυο οικογένειες, πήγαμε σε μια λαγκαδιά, στον Αϊ Γιώργη, και κάναμε καλύβες...

Την άλλη μέρα, μου λέει η μητέρα μου να πάρω τα γίδια να τα πάω να βοσκήσουν. Το ίδιο είπαν και οι άλλες οικογένειες (στα παιδιά τους). Πήραμε τα πρόβατα και τα γίδια να τα βοσκήσουμε. Ο ένας από εμάς έδεσε τη γίδα του σε μια βατουκλιά να βοσκήσει. Από κάτω από τη βατουκλιά ήταν βράχος (γκρεμός) και (ε)κρεμάστηκε η γίδα του... Όταν νύχτωσε πήραμε τα γίδια μας να πάμε στην καλύβα μας. Πάει κι ο Θοδωρής να πάρει τη γίδα του, τη βρήκε κρεμασμένη... Ψόφησε η γίδα του...

Όταν φτάσαμε στις καλύβες μας το βράδυ, οι μανάδες μας πήρανε τα αγγειά να αρμέξουν τις γίδες μας. «-Πού είναι η γίδα μας Θοδωρή;» «-Μου την πήραν οι Γερμανοί μανούλα μου» «-Ρε τόσα πρόβατα και γίδια είναι εκεί απάνω, τη γίδα τη δικιά μας πήρανε;» Παιδάκι εγώ, με την αφέλειά μου, λέω «Εφουρκίστηκε η γίδα του..» Ε, ρε και τον άρχισε να τον χτυπά με πλατανόβεργες. Βλέπεις, μας είχαν κοντά παντελόνια. Και (ε)φώναζε ο Θοδωρής «Ωχ γιδούλα μου, ωχ μανούλα μου, ωχ, ωχ» και του έλεγε η θεια-Αποστολιά «Με τι γάλα θα φτιάξουμε μανέστρα; Με τι γάλα θα φτιάξουμε τραχανά; Αφήστε με να το σκοτώσω! Με μια γίδα το’στειλα και μου την εφούρκισε...»

 

Το αρχείο δημοσιεύει και επιμελείται ο γιός του εκλιπόντος Ανδρέας Καράμπελας

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

 

DSC01640